Meaning of επέμβαση | Babel Free
/eˈpeɱ.va.si/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επεμβαίνω
- εκούσια ενέργεια που αποσκοπεί στην αλλαγή μιας κατάστασης
- ανάμειξη σε αλλότριες υποθέσεις
- εγχείρηση
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.