HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άγχος | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/ˈaŋ.xos/

Ορισμοί

ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ αυτό που στην ουσία προσπαθούμε να κάνουμε είναι να συμβάλουμε στην εμπέδωση στον ψυχισμό του υποκειμένου, του άγχους ευνουχισμού ως άγχος-σήμα στη θέση των αρχαϊκών αγχών τα οποία μας έχουν περιγράψει οι μεταφροϊδικοί αναλυτές. (Σπύρος Μητροσύλης, Ο ευνουχισμός ως ψυχικός οργανωτής και το συμβολικό νόημά του., 9ο Συνέδριο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, http://www.psychoanalysis.gr/documents/mitrosilis_9thgongress2015.pdf)”
“※ Η ψυχοσυναισθηματική στήριξη των ασθενών, που αποτελεί μέρος του συνειδητού έργου, παρεμποδίζεται. Δευτερογενή άγχη από τις άμυνες, μειώνουν την ικανοποίηση του προσωπικού. Συνεπώς, η αμυντική κουλτούρα του οργανισμού εμποδίζει την επαρκή εμπερίεξη των αγχών των νοσηλευτριών και των ασθενών. (Σουλτάνα Δημητρίου Τσιάκου, Άγχη και άμυνες του νοσηλευτικού προσωπικού μιας κλινικής ενός ογκολογικού νοσοκομείου: Μια ψυχαναλυτικά προσανατολισμένη έρευνα συμμετοχικής παρατήρησης, μεταπτυχιακές διατριβές, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ψυχολογίας, ΑΠΘ, 2015http://ikee.lib.auth.gr/record/136208?ln=el)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άγχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course