HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νύφη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈni.fi

Ορισμοί

  1. η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η γυναίκα του γιου μου
  4. η γυναίκα του αδελφού μου

Ισοδύναμα

13 more languages
Češtinanevěsta
Magyarmeny
Italianobridecognatanuorasposa
日本語
Portuguêsnoivanora
Русскийневеста
Türkçegelinyenge
中文新娘
繁體中文新娘

Παραδείγματα

“Η νύφη φορούσε ένα υπέροχο λευκό φόρεμα.”

The bride wore a wonderful white dress.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νύφη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free