HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δόση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈðosi

Ορισμοί

  1. καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δόσης
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δόσης
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα
    broadly
  5. η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
    especially
  6. η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών
    especially
  7. η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική
    especially

Ισοδύναμα

35 more languages

Παραδείγματα

“ισοδύναμη δόση”

equivalent dose

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δόση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free