HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δόση | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈðosi/

Ορισμοί

  1. καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δόσης
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δόσης
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα
    broadly
  5. η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
    especially
  6. η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών
    especially
  7. η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική
    especially

Ισοδύναμα

English dose

Παραδείγματα

“ισοδύναμη δόση”

equivalent dose

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δόση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course