Meaning of δόση | Babel Free
/ˈðosi/Ορισμοί
- καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δόσης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δόσης accusative, genitive, singular, vocative
-
οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα broadly
-
η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής especially
-
η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών especially
-
η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική especially
Ισοδύναμα
English
dose
Παραδείγματα
“ισοδύναμη δόση”
equivalent dose
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.