Meaning of όλος | Babel Free
/ˈolos/Ορισμοί
- ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του
-
για μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της plural
- όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος)
Παραδείγματα
“όλη η αλήθεια”
the whole truth
“με όλη μου την καρδιά”
with my whole heart
“όλα τα παιδιά”
all the children
“όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη”
“όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε”
“τέλειωσα για σήμερα όλες τις δουλειές μου”
“(χωρίς προσδιοριζόμενο ουσιαστικό)”
“έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ”
“(ως έκφραση) όλα κι όλα: για να δηλωθεί ότι κάποιος έφτασε στα όριά του και δεν μπορεί να ανεχτεί κάτι περισσότερο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.