Meaning of αα | Babel Free
/ˈalfa ˈalfa/Ορισμοί
- ο αύξων αριθμός
-
«Άλφα Άλφα»: πρώτης και καλής ποιότητας informal, initialism
- ο αριθμός αντιτύπου (συνήθως σε έργα τέχνης, βιβλία, έγγραφα κ.λπ.)
- Αρχιεπισκοπή Αθηνών
- αντ΄ αυτού (σε έγγραφα - σήματα όταν υπογράφεται έναντι άλλου)
- Αύξων Αριθμός
- άνευ αγώνος (σε αθλητικές διοργανώσεις)
- Ανώνυμοι Αλκοολικοί : ελληνική συντομογραφή της οργάνωσης υποστήριξης αλκοολικών, ισοδύναμη της αγγλικής AA (λατινικό αλφάβητο)
Παραδείγματα
“για τις μπαταρίες, δείτε τη σήμανση AA (λατινικό A), επίσης, AAA”
“άλλες μορφές: α/α”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.