ζάχαρη
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα
- κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁). Παράγεται από ζαχαρότευτλα ή ζαχαροκάλαμα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζαχάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζαχάρης accusative, genitive, singular, vocative
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) (αρσενικό Ζαχαρής)
-
γλυκύτητα, τρυφερότητα figuratively
-
πολύ γλυκός, πολύ καλόκαρδος άνθρωπος figuratively
-
λεπτεπίλεπτος ή μυγιάγγιχτος άνθρωπος figuratively
Ισοδύναμα
55 more languages
Afrikaanssuiker
Българскизахар
Cymraegsiwgr
Dansksukker
Eestisuhkur
Euskaraazukre
فارسیشکر
Vosa Vakavitisuka
Gaeilgesiúcrós
Gàidhligsiùcar
Galegoazucre
עבריתסוכר
हिन्दीशर्करा
Magyarcukor
Հայերենշաքար
Bahasa Indonesiagula
Íslenskasykur
ქართულიშაქარი
Latinasaccharum
ລາວນ້ຳຕານ
Lietuviųcukrus
Malagasysiramamy
Slovenčinacukor
Slovenščinasladkor
Gagana Samoafala
Kiswahilisukari
ไทยน้ำตาล
Tagalogasukal
isiZuluushukela
Παραδείγματα
“Βάλε ακόμα λίγη ζάχαρη στο τσάι.”
“στον πληθυντικό: οι ζάχαρες: για κύβους ζάχαρης”
“Περνούσαν ζάχαρη οι νεόνυμφοι στον μήνα του μέλιτος.”
“Αυτός ο άνθρωπος είναι σαν ζάχαρη.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free