HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ζάχαρη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈza.xa.ɾi

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γυναικείο όνομα
  3. κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁). Παράγεται από ζαχαρότευτλα ή ζαχαροκάλαμα
  4. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζαχάρης
  5. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζαχάρης
    accusative, genitive, singular, vocative
  6. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) (αρσενικό Ζαχαρής)
  7. γλυκύτητα, τρυφερότητα
    figuratively
  8. πολύ γλυκός, πολύ καλόκαρδος άνθρωπος
    figuratively
  9. λεπτεπίλεπτος ή μυγιάγγιχτος άνθρωπος
    figuratively

Ισοδύναμα

55 more languages
Afrikaanssuiker
العربيةسكرسكروز
Българскизахар
Cymraegsiwgr
Dansksukker
Eestisuhkur
Euskaraazukre
فارسیشکر
Vosa Vakavitisuka
Gaeilgesiúcrós
Gàidhligsiùcar
Galegoazucre
עבריתסוכר
हिन्दीशर्करा
Magyarcukor
Հայերենշաքար
Bahasa Indonesiagula
Íslenskasykur
ქართულიშაქარი
Latinasaccharum
Lietuviųcukrus
Malagasysiramamy
Bahasa Melayugulasukrosa
Portuguêsaçúcaracucarsacarosesugar
Slovenčinacukor
Slovenščinasladkor
Gagana Samoafala
Kiswahilisukari
Tagalogasukal
Українськацу́корцукровий
Tiếng Việtđường kính
繁體中文砂糖蔗糖
isiZuluushukela

Παραδείγματα

“Βάλε ακόμα λίγη ζάχαρη στο τσάι.”
στον πληθυντικό: οι ζάχαρες: για κύβους ζάχαρης”
“Περνούσαν ζάχαρη οι νεόνυμφοι στον μήνα του μέλιτος.”
“Αυτός ο άνθρωπος είναι σαν ζάχαρη.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ζάχαρη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free