HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δόντια

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ˈðon.dʝa

Ορισμοί

  1. το σημάδι / αποτύπωμα που μένει όταν κάποιος δαγκώνει κάτι
    familiar
  2. : δόση χασισιού που κόβεται με το δόντι
    slang
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόντι
    accusative, nominative, plural, vocative

Παραδείγματα

“Το σκυλί άφησε τα δόντια του πάνω στο κόκκαλο.”

The dog left its teeth marks on the bone.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δόντια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free