Meaning of χάνω | Babel Free
/ˈxa.no/Ορισμοί
- παύω να έχω κάτι
- παύω να έχω κάτι και δεν ξέρω πού βρίσκεται
- δεν καταφέρνω να εκτελέσω μια ενέργεια
- δεν προλαβαίνω κάτι
- παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο
- λόγω τεχνικών προβλημάτων
- λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών
- λόγω θανάτου
- ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής
Παραδείγματα
“Έχασα ξανά τα κλειδιά.”
I lost the keys again.
“Η ομάδα μας έχασε στον ημιτελικό.”
Our team lost in the semifinal.
“Έχασες τον ύπνο σου.”
You lost your sleep.
“Θα χάσει το τρένο.”
He will miss the train.
“Έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;”
“Άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο.”
“Κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω.”
“Μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε.”
“Ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του.”
“Έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.