HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χάνω — definición

Conjugation of χάνω

Regular CEFR B1
/ˈxa.no/

λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χάνω
εσύ χάνεις
αυτός / αυτή / αυτό χάνει
εμείς χάνουμε
εσείς χάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χάνουν
Παρατατικός
εγώ έχανα
εσύ έχανες
αυτός / αυτή / αυτό έχανε
εμείς χάναμε
εσείς χάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχαναν
Αόριστος
εγώ έχασα
εσύ έχασες
αυτός / αυτή / αυτό έχασε
εμείς χάσαμε
εσείς χάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έχασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χάσω
εσύ χάσεις
αυτός / αυτή / αυτό χάσει
εμείς χάσουμε
εσείς χάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάνε
εσείς χάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάσε
εσείς χάστε
Απαρέμφατο αορίστου
χάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χάνομαι
εσύ χάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χάνεται
εμείς χανόμαστε
εσείς χάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χάνονται
Παρατατικός
εγώ χανόμουν
εσύ χανόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χανόταν
εμείς χανόμασταν
εσείς χανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χάνονταν
Αόριστος
εγώ χάθηκα
εσύ χάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό χάθηκε
εμείς χαθήκαμε
εσείς χαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαθώ
εσύ χαθείς
αυτός / αυτή / αυτό χαθεί
εμείς χαθούμε
εσείς χαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χάνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάσου
εσείς χαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαθεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary