HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξύλο

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ˈksilo

Ορισμοί

  1. η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων
  2. ένα κομμάτι από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου
  3. τμήματα από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου που προορίζονται να καούν σε τζάκι, φούρνο κλπ (καυσόξυλα)
    plural
  4. η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία
    singular-only

Ισοδύναμα

19 more languages

Παραδείγματα

“ξύλο κανέλας”

stick of cinnamon

“Κάποιος του έδωσε ξύλο.”

Someone beat him up.

“πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα”
“η σωματική τιμωρία”
“παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξύλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free