Meaning of ξύλο | Babel Free
/ˈksilo/Ορισμοί
- η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων
- ένα κομμάτι από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου
-
τμήματα από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου που προορίζονται να καούν σε τζάκι, φούρνο κλπ (καυσόξυλα) plural
-
η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία singular-only
Ισοδύναμα
English
wood
Παραδείγματα
“ξύλο κανέλας”
stick of cinnamon
“Κάποιος του έδωσε ξύλο.”
Someone beat him up.
“πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα”
“η σωματική τιμωρία”
“παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.