Meaning of πεθαίνω | Babel Free
/[peˈθeno]/Ορισμοί
- φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής
- σταματάει η ύπαρξή μου
- θέλω κάτι ή κάποιον πάρα πολύ, έχω έντονη επιθυμία
- νιώθω μία δυσάρεστη αίσθηση που δύσκολα την αντέχω
Ισοδύναμα
English
I'm dying
Παραδείγματα
“Άκουσες ότι πέθανε ο κύριος Βαγγέλης;”
Did you hear that Mr Vangelis died?
“Πέθανα στα γέλια όταν τον είδα.”
I died laughing when I saw him.
“Αυτά τα φάρμακα τον πέθαναν στο τέλος.”
These medicines killed him in the end.
“Τον πέθανε ο καημός της κόρης του.”
His daughter's sorrow killed him.
“Θα με πεθάνεις με τη ζήλια σου!”
Your jealousy will be the death of me!
“Το δόντι μου με πεθαίνει.”
My tooth is killing me.
“※ Κώστας Ουράνης 1890-1953, Θα πεθάνω ένα πένθιμο... [ποίημα, οι πρώτοι στίχοι]”
“Δεν ξέρουμε πόσες ανθρώπινες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο.”
“Η κοπέλα πεθαίνει για σένα, φαίνεται στα μάτια της πως σ' αγαπάει.”
“Πεθαίνω για ένα παγωτό, αλλά κάνω δίαιτα...”
“Με πέθανε απ' τον πόνο το δόντι μου.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.