HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πεθαίνω | Babel Free

Ρήμα CEFR B1 Frequent
[peˈθeno]

Ορισμοί

  1. φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής
  2. σταματάει η ύπαρξή μου
  3. θέλω κάτι ή κάποιον πάρα πολύ, έχω έντονη επιθυμία
  4. νιώθω μία δυσάρεστη αίσθηση που δύσκολα την αντέχω

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πεθαίνω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Български умирам
Dansk
Esperanto mi mortas
Eesti surema
עברית למות
हिन्दी दर्द करना
Kurdî mor mor
Română da colțul mor muri
Svenska bita i gräset ond ont smärta
Tiếng Việt chết chết queo qua đời

Παραδείγματα

“Άκουσες ότι πέθανε ο κύριος Βαγγέλης;”

Did you hear that Mr Vangelis died?

“Πέθανα στα γέλια όταν τον είδα.”

I died laughing when I saw him.

“Αυτά τα φάρμακα τον πέθαναν στο τέλος.”

These medicines killed him in the end.

Τον πέθανε ο καημός της κόρης του.”

His daughter's sorrow killed him.

“Θα με πεθάνεις με τη ζήλια σου!”

Your jealousy will be the death of me!

“Το δόντι μου με πεθαίνει.”

My tooth is killing me.

“※ Κώστας Ουράνης 1890-1953, Θα πεθάνω ένα πένθιμο... [ποίημα, οι πρώτοι στίχοι]”
Δεν ξέρουμε πόσες ανθρώπινες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο.”
“Η κοπέλα πεθαίνει για σένα, φαίνεται στα μάτια της πως σ' αγαπάει.”
“Πεθαίνω για ένα παγωτό, αλλά κάνω δίαιτα...”
“Με πέθανε απ' τον πόνο το δόντι μου.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πεθαίνω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free