ψοφώ
Ορισμοί
-
πεθαίνω intransitive
-
πεθαίνω, χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό intransitive
-
πεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης figuratively, intransitive
-
πεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ figuratively
-
προκαλώ το θάνατο transitive
-
εξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση transitive
Ισοδύναμα
Englishbite the dust
14 more languages
Παραδείγματα
“δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος”
“ψοφάει στην πείνα”
“ψοφάει για παρέα”
“τον ψόφησε στη δουλειά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free