Meaning of ψοφώ | Babel Free
/psoˈfo/Ορισμοί
-
πεθαίνω intransitive
-
πεθαίνω, χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό intransitive
-
πεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης figuratively, intransitive
-
πεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ figuratively
-
προκαλώ το θάνατο transitive
-
εξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση transitive
Παραδείγματα
“δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος”
“ψοφάει στην πείνα”
“ψοφάει για παρέα”
“τον ψόφησε στη δουλειά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.