Meaning of βλέμμα | Babel Free
/ˈvle.ma/Ορισμοί
- η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά
- ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ
Παραδείγματα
“έριξε το βλέμμα προς το μέρος της και την είδε να χαμογελά”
“※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;”
“το βλέμμα σου μου φαίνεται αδιάφορο και ψυχρό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.