Σημασία του φοράω | Babel Free
foˈɾa.oΟρισμοί
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of φοράω.
Ισοδύναμα
Deutsch
anziehen
auflegen
aufsetzen
aufstecken
Don
einheizen
einschalten
schliefen
überziehen
umgeben
umtun
verstreichen
Ελληνικά
δον
Galego
gornir
हिन्दी
ओढ़ना
Bahasa Indonesia
memasang
Kurdî
don
Latviešu
auts
Te Reo Māori
uta
Nederlands
aantrekken
Polski
Don
nakładać
nastawić
przybierać
wdziać
wdziewać
wkładać
wkłaść
wskakiwać
wskoczyć
wstawiać
zadziać
zakładać
założyć
zapalić
zarzucać
Português
Don
Παραδείγματα
“φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα”
“φοράει μαύρα γιατί πενθεί”
“Μπορεί να μην είναι μοδάτο, αλλά σίγουρα φοριέται ακόμα.”
“φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε”
“φοράει γυαλιά / κοσμήματα / κράνος”
“Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ!”
“του τα φοράει (εννοείται, τα κέρατα: τον απατά, έχει εραστή”
“του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι : τον βασάνισαν, τον ταλαιπώρησαν”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free