Conjugation of φοράω
foˈɾa.oέχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φοράω |
| εσύ | φοράς - φορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοράει |
| εμείς | φοράμε |
| εσείς | φοράτε - φορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοράνε |
Παρατατικός
| εγώ | φορούσα |
| εσύ | φορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορούσε |
| εμείς | φορούσαμε |
| εσείς | φορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | φόρεσα |
| εσύ | φόρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φόρεσε |
| εμείς | φορέσαμε |
| εσείς | φορέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φόρεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φορέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φορέσω |
| εσύ | φορέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορέσει |
| εμείς | φορέσουμε |
| εσείς | φορέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φόρα |
| εσείς | φοράτε - φορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φόρεσε |
| εσείς | φορέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φορέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φοριέμαι - φορούμαι |
| εσύ | φοριέσαι - φορείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοριέται - φορείται |
| εμείς | φοριόμαστε - φορούμαστε |
| εσείς | φοριέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοριούνται |
Παρατατικός
| εγώ | φοριόμουν - [φορούμουν]¹ |
| εσύ | φοριόσουν - [φορούσουν] |
| αυτός / αυτή / αυτό | φοριόταν - φορούνταν |
| εμείς | φοριόμασταν |
| εσείς | φοριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φοριόνταν |
Αόριστος
| εγώ | φορέθηκα |
| εσύ | φορέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορέθηκε |
| εμείς | φορεθήκαμε |
| εσείς | φορεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φορεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φορεθώ |
| εσύ | φορεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φορεθεί |
| εμείς | φορεθούμε |
| εσείς | φορεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φορεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φοριέστε - φορείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φορέσου |
| εσείς | φορεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φορεθεί |