Meaning of ζω | Babel Free
/ˈzo/Ορισμοί
- βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
- διαρκώ
- κατοικώ, διαμένω
- εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή
- κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια
- επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις
- περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο
- βιώνω, αποκτώ εμπειρίες
- συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά
Παραδείγματα
“Ζει πιά ο κύριος Παναγιώτης;”
Is Mr Panagiotis still alive?
“Ζούσα τότε στη Γερμανία.”
I lived then in Germany.
“Η μνήμη του θα ζει για πάντα στις καρδιές μας.”
His memory will live on in our hearts.
“Με τέτοιο μισθό, πώς να ζήσει την οικογένειά του;”
With such a salary, how can he support his family?
“Πού ζεις τώρα;”
“Με τέτοιο μισθό 'ζει πλουσιοπάροχα.”
“Ζει σε μια πλάνη.”
“Κάνει σα να ζούμε στο Μεσαίωνα!”
“Ζούσαν με λιτότητα.”
“Μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα.”
“Από μένα περιμένει να τη ζήσω.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.