Conjugation of ζω
/ˈzo/κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζω |
| εσύ | ζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζει |
| εμείς | ζούμε |
| εσείς | ζείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζούσα |
| εσύ | ζούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζούσε |
| εμείς | ζούσαμε |
| εσείς | ζούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζούσαν |
Αόριστος
| εγώ | έζησα |
| εσύ | έζησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έζησε |
| εμείς | ζήσαμε |
| εσείς | ζήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έζησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζήσω |
| εσύ | ζήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζήσει |
| εμείς | ζήσουμε |
| εσείς | ζήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζήσε |
| εσείς | ζήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζήσει |