Conjugation of ζωγραφίζω
zo.ɣɾaˈfi.zoσχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζωγραφίζω |
| εσύ | ζωγραφίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφίζει |
| εμείς | ζωγραφίζουμε |
| εσείς | ζωγραφίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζωγράφιζα |
| εσύ | ζωγράφιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγράφιζε |
| εμείς | ζωγραφίζαμε |
| εσείς | ζωγραφίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγράφιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ζωγράφισα |
| εσύ | ζωγράφισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγράφισε |
| εμείς | ζωγραφίσαμε |
| εσείς | ζωγραφίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγράφισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζωγραφίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζωγραφίσω |
| εσύ | ζωγραφίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφίσει |
| εμείς | ζωγραφίσουμε |
| εσείς | ζωγραφίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζωγράφιζε |
| εσείς | ζωγραφίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζωγράφισε |
| εσείς | ζωγραφίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζωγραφίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζωγραφίζομαι |
| εσύ | ζωγραφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφίζεται |
| εμείς | ζωγραφιζόμαστε |
| εσείς | ζωγραφίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζωγραφιζόμουν |
| εσύ | ζωγραφιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφιζόταν |
| εμείς | ζωγραφιζόμασταν |
| εσείς | ζωγραφιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζωγραφίστηκα |
| εσύ | ζωγραφίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφίστηκε |
| εμείς | ζωγραφιστήκαμε |
| εσείς | ζωγραφιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζωγραφιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζωγραφιστώ |
| εσύ | ζωγραφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωγραφιστεί |
| εμείς | ζωγραφιστούμε |
| εσείς | ζωγραφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωγραφιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζωγραφίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζωγραφίσου |
| εσείς | ζωγραφιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζωγραφιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.