HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στρατιώτης | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/stɾaˈtço.tis/

Ορισμοί

  1. κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία
    especially
  4. οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σημασία)
    broadly
  5. το απλό πιόνι στο σκάκι

Ισοδύναμα

English private soldier

Παραδείγματα

“φαντάρος (οικείο)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στρατιώτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course