Meaning of στρατιώτης | Babel Free
/stɾaˈtço.tis/Ορισμοί
- κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
- ανδρικό επώνυμο
-
πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία especially
-
οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι’ αυτόν πολύ μεγάλη σημασία) broadly
- το απλό πιόνι στο σκάκι
Παραδείγματα
“φαντάρος (οικείο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.