Meaning of φάση | Babel Free
/ˈfa.si/Ορισμοί
- στάδιο ή περίοδος εξέλιξης φαινομένου ή γεγονότος σε διαδοχική σειρά
-
περίοδος, στιγμή familiar, vulgar
-
φλερτάρισμα ή ερωτική επαφή χωρίς συναισθηματική συνέχεια familiar, vulgar
- συμβάν σε αθλητικό αγώνα συνηθέστερα ομαδικού αθλήματος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
- καθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων, όψεις που παρατηρούνται διαδοχικά και κυκλικά και εξαρτώνται από τη θέση των σωμάτων αυτών σε σχέση με τον Ήλιο ή με τη Γη
- μέγεθος που εκφράζει τη θέση ενός περιοδικού ταλαντωτή τη χρονική στιγμή t ως προς τη θέση ισορροπίας του ταλαντωτή.
- κατάσταση ενός υλικού, στερεή, υγρή ή αέρια
Παραδείγματα
“οι φάσεις της Σελήνης”
the phases of the Moon
“※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)”
“Είχε γίνει μια φάση με μια φίλη της σε ένα πάρτυ.”
“Η ομάδα έκανε πολλές φάσεις αλλά τελικά έμεινε στο μηδέν.”
“οι φάσεις της Σελήνης, οι φάσεις της Aφροδίτης / του Ερμή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.