HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φάση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈfa.si

Ορισμοί

  1. στάδιο ή περίοδος εξέλιξης φαινομένου ή γεγονότος σε διαδοχική σειρά
  2. περίοδος, στιγμή
    familiar, vulgar
  3. φλερτάρισμα ή ερωτική επαφή χωρίς συναισθηματική συνέχεια
    familiar, vulgar
  4. συμβάν σε αθλητικό αγώνα συνηθέστερα ομαδικού αθλήματος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
  5. καθεμιά από τις διαφορετικές (φωτεινές) όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων, όψεις που παρατηρούνται διαδοχικά και κυκλικά και εξαρτώνται από τη θέση των σωμάτων αυτών σε σχέση με τον Ήλιο ή με τη Γη
  6. μέγεθος που εκφράζει τη θέση ενός περιοδικού ταλαντωτή τη χρονική στιγμή t ως προς τη θέση ισορροπίας του ταλαντωτή.
  7. κατάσταση ενός υλικού, στερεή, υγρή ή αέρια

Ισοδύναμα

FrançaisPhase
15 more languages
Bosanskištep
Ελληνικάφασικός
Esperantofazo
Hrvatskištep
Magyarfázis
Portuguêsetapafase
Српскиštep
Svenskafasa
Türkçeevrefazsafha
Tiếng Việtcông đoạn

Παραδείγματα

“οι φάσεις της Σελήνης”

the phases of the Moon

“※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)”
“Είχε γίνει μια φάση με μια φίλη της σε ένα πάρτυ.”
“Η ομάδα έκανε πολλές φάσεις αλλά τελικά έμεινε στο μηδέν.”
“οι φάσεις της Σελήνης, οι φάσεις της Aφροδίτης / του Ερμή”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φάση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free