HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καθηγητής

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ka.θi.ʝiˈtis

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
    rare
  2. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  3. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ.
  4. ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.)
  5. τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση
  6. αυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ
    figuratively

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“αναπληρωτής καθηγητής”

associate professor

“θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του
“Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καθηγητής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free