Meaning of καθηγητής | Babel Free
/ka.θi.ʝiˈtis/Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο rare
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ.
- ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.)
- τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση
-
αυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ figuratively
Ισοδύναμα
English
professor
Παραδείγματα
“αναπληρωτής καθηγητής”
associate professor
“θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του”
“Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.