καθηγητής
Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο rare
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
- ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ.
- ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.)
- τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση
-
αυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ figuratively
Ισοδύναμα
Españolprofesor
15 more languages
Българскиучител
Češtinakantor
Ελληνικάδιευθυντής
Italianoprofessore
Polskiprofesor
Românăprofesor
Русскийпрофессор
Svenskarektor
Türkçemüdür
Παραδείγματα
“αναπληρωτής καθηγητής”
associate professor
“θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του”
“Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free