Meaning of ζώνη | Babel Free
/ˈzo.ni/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζώνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζώνης accusative, genitive, singular, vocative
- δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς
- γυναικείο επώνυμο
- οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη ρούχου
- έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών
-
περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός figuratively
-
χρονική περίοδος figuratively
- → ζητούμενο λήμμα
Παραδείγματα
“Δέσε τη ζώνη σου, σε παρακαλώ”
Fasten your seat belt, please
“μαύρη ζώνη στο καράτε.”
black belt in karate.
“ζώνη συχνοτήτων”
frequency band
“μαύρη ζώνη στο καράτε”
“εμπόλεμη ζώνη”
“διαφημιστική ζώνη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.