ζώνη
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζώνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζώνης accusative, genitive, singular, vocative
- δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς
- γυναικείο επώνυμο
- οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη ρούχου
- έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών
-
περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός figuratively
-
χρονική περίοδος figuratively
- → ζητούμενο λήμμα
Ισοδύναμα
40 more languages
العربيةحزام أمان
Danskskærf
DeutschAnschnallgurtFensterflügelGürtelSchärpeSchiebeflügelSchieberahmenSicherheitsgurtWurfkreisZone
Esperantoskarpo
فارسیبروفه
Gaeilgecrios sábhála
עבריתאבנט
हिन्दीपेटी
Magyarbiztonsági öv
Հայերենամրագոտի
Bahasa Indonesiasabuk pengaman
Íslenskaöryggisbelti
Latinazona
Bahasa Melayusawat
Românăcentură de siguranță
Shqipbrez
Kiswahilishuka
Українськапояс
Παραδείγματα
“Δέσε τη ζώνη σου, σε παρακαλώ”
Fasten your seat belt, please
“μαύρη ζώνη στο καράτε.”
black belt in karate.
“ζώνη συχνοτήτων”
frequency band
“μαύρη ζώνη στο καράτε”
“εμπόλεμη ζώνη”
“διαφημιστική ζώνη”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free