Meaning of πετύχει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
- θα πετύχει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πετυχαίνω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.