Meaning of πετυχημένος | Babel Free
/pe.ti.çiˈme.nos/Ορισμοί
- που πέτυχε στο στόχο του, στο σκοπό του, που απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα
- για προσπάθεια που είχε την επιθυμητή έκβαση
- για εμπνευσμένη ενέργεια με θετική κατάληξη
- για άνθρωπο που τον διακρίνει η επιτυχία, που έχει διακριθεί στη σταδιοδρομία του ή στο έργο του
Παραδείγματα
“πετυχημένη επιχείρηση, πετυχημένη πολιτική”
“πετυχημένος καφές, πετυχημένη γιορτή, πετυχημένη παράσταση”
“πετυχημένη απάντηση, πετυχημένη μπαλιά, πετυχημένο κόλπο”
“πετυχημένος γιατρός, πετυχημένος επιστήμονας, πετυχημένος πολιτικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.