HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καπέλο | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/kaˈpe.lo/

Ορισμοί

  1. αιτιατική και κλητική ενικού του Καπέλος
  2. εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος)
  3. η αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους
    figuratively
  4. οτιδήποτε μοιάζει με καπέλο
    figuratively

Ισοδύναμα

English hat

Παραδείγματα

“πουλάω φρούτα με καπέλο”
“(ειδικότερα) φωτεινή επιγραφή στην οροφή του ταξί”
“εναλλακτικά για την κλητική: Καπέλε”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καπέλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course