Meaning of καπέλο | Babel Free
/kaˈpe.lo/Ορισμοί
- αιτιατική και κλητική ενικού του Καπέλος
- εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος)
-
η αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους figuratively
-
οτιδήποτε μοιάζει με καπέλο figuratively
Ισοδύναμα
English
hat
Παραδείγματα
“πουλάω φρούτα με καπέλο”
“(ειδικότερα) φωτεινή επιγραφή στην οροφή του ταξί”
“εναλλακτικά για την κλητική: Καπέλε”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.