HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του καπέλο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
kaˈpe.lo

Ορισμοί

  1. αιτιατική και κλητική ενικού του Καπέλος
  2. εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος)
  3. η αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους
    figuratively
  4. οτιδήποτε μοιάζει με καπέλο
    figuratively

Ισοδύναμα

Bosanski čap
English Cap hat
Hrvatski čap
Kurdî çap hat
Српски čap

Παραδείγματα

“πουλάω φρούτα με καπέλο”
“(ειδικότερα) φωτεινή επιγραφή στην οροφή του ταξί”
“εναλλακτικά για την κλητική: Καπέλε”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καπέλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free