παράσταση
Ορισμοί
- το να εμφανίζει κάποιος οτιδήποτε μπροστά σε κάποιον
- η αποτυπωμένη σε νόμισμα, ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, μορφή ενός ή περισσοτέρων ατόμων.
- η παρουσίαση ενός θεατρικού δρώμενου στη σκηνή του θεάτρου
- η από τον νόμο σωστή εμφάνιση (παρουσία ή/και ντύσιμο) δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλου-λειτουργού
- η παρουσία δικηγόρου στο δικαστήριο
- η διπλωματική ενέργεια (συνήθως στον πληθυντικό: παραστάσεις)
- η παρουσίαση με αριθμούς και σύμβολα επιστημονικών πράξεων, εννοιών ή εκφράσεων
Ισοδύναμα
31 more languages
Bosanskiобраз
Catalàrepresentació
Ελληνικάαναπαράσταση
Esperantoprezento
فارسینمایش
Galegorepresentación
Hrvatskiобраз
Bahasa Indonesiarepresentasi
मराठीप्रतिनिधित्व
Српскиобраз
Türkçeçizit
Українськаграфічний
اردونمائندگی
中文圖表
繁體中文圖表
Παραδείγματα
“θεατρική παράσταση”
theatrical performance
“αριθμητική παράσταση”
arithmetical representation
“Κατά την Τουρκοκρατία οι επαναστατικές σημαίες έφεραν παράσταση με τον Δικέφαλο Αετό ή με Σταυρό.”
“Πρώτη μαρτυρία για εμφάνιση της σημαίας έχουμε σε παράσταση στο Περσικό αγγείο του Δούριδος.”
“του ζητήθηκε να παίξει σε μία παράσταση για φιλανθρωπικό σκοπό”
“Στους προέδρους των Ν.Ε. καταβάλλεται το 1/2 των εξόδων παράστασης του Νομάρχη.”
“Έλαβε αμοιβή για δύο παραστάσεις ενώπιον του πρωτοδικείου.”
“Οι διπλωματικές παραστάσεις προηγούνται των αντιμέτρων.”
“στην παράσταση α²+β αν αντικαταστήσουμε το α με 2 και το β με 4 τότε...”
“η γραφική παράσταση του α³ είναι...”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free