Meaning of εισαγγελέα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Εισαγγελέας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Εισαγγελέας accusative, genitive, singular, vocative
-
αιτιατική και κλητική ενικού του εισαγγελέας feminine, noun
Παραδείγματα
“λόγια μορφή γενικής αρσενικού: του εισαγγελέως”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.