Meaning of εισαγγελέας | Babel Free
/isaŋɟeˈleas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ανώτερος δικαστικός λειτουργός, ο οποίος εκπροσωπεί το κράτος και το νόμο και αντικείμενό του είναι η άσκηση νομικής δίωξης, ο δημόσιος κατήγορος
Ισοδύναμα
English
district attorney
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.