κατηγορία
Ορισμοί
- η απόδοση μομφής σε κάποιον, η δήλωση ότι κάποιος είναι ένοχος για μια ενέργεια, διέπραξε κάτι επιβλαβές σε βάρος άλλου ή κάτι παράνομο ή κάτι ανήθικο
-
η ενέργεια του να κατηγορείς κάποιον, να προσάπτεις κατηγορία, μομφή, ψόγο familiar
- η ομάδα στην οποία ανήκει ένα είδος, το σύνολο ομοίων πραγμάτων ή ιδεών
-
κακολογία familiar
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةادعاء
Беларускаяабвінавачванне
Češtinatvrzení
Danskpåstand
Ελληνικάισχυρισμός
Esperantoaserto
Magyarállítás
Հայերենմեղադրանք
മലയാളംആരോപണം
Bahasa Melayudakwaan
Portuguêsalegação
Românăacuzație
Svenskaanklagelse
Παραδείγματα
“Άρθρα στην κατηγορία «Ουσιαστικά».”
Articles in the category “Nouns”.
“Η κατηγορία εναντίον μας ήταν …”
The charge against us was …
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free