Meaning of αξιωματικός | Babel Free
/a.ksi.o.ma.tiˈkos/Ορισμοί
- που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση
- που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα
Παραδείγματα
“αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή”
“αξιωματική μέθοδος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.