Meaning of φάρμακο | Babel Free
/ˈfar.ma.ko/Ορισμοί
- παρασκεύασμα που χορηγείται για να θεραπευθεί κάποιο νόσημα
- περιληπτική ονομασία
- κάτι που ανακουφίζει
-
για χρήση οποιασδήποτε μη φυσικής και συνήθως χημικής ουσίας figuratively
Ισοδύναμα
English
medicine
Παραδείγματα
“γεωργικά φάρμακα (για την προστασία των φυτών)”
“ισχυρό φάρμακο (αποτελεσματικό, αλλά και με πιθανόν περισσότερες παρενέργειες)”
“φάρμακο για το στομάχι (σκεύασμα για συγκεκριμένο όργανο|νόσημα)”
“υπάρχουν πολλά συμφέροντα γύρω από το φάρμακο (στη φαρμακοβιομηχανία, τη διακίνηση κ.λπ.)”
“ο χρόνος είναι φάρμακο για τον μεγάλο καημό”
“η πτώχευση δεν είναι φάρμακο για την οικονομία”
“το γάλα δεν είναι όπως παλιά, βάζουν πια ένα σωρό φάρμακα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.