HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γέρος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈʝeɾos

Ορισμοί

  1. πολύ μεγάλος σε ηλικία, ηλικιωμένος
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. (οικείο ή μειωτικό ο πατέρας κάποιου

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“Ο γέρος καθόταν όλη μέρα στο καφενείο.”

The old man sat in the coffee shop all day long.

“Με ενοχλεί συνέχεια ο γέρος μου να βρω δουλειά.”

My old man is constantly bothering me to get a job.

“Εκείνος ο γέρος πρέπει να 'ναι πάνω από 90 χρονών.”
“Πάω να ζητήσω χαρτζιλίκι από το γέρο μου.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γέρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free