εμφάνιση
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν
- η μορφή, το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, το πώς φαίνεται στους άλλους
- Φοράει ό,τι ρούχα νάναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την εμφάνισή της.
- η διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ
-
η διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικο especially
-
το πρώτο στάδιο της εμφάνισης, πριν τη στερέωση especially
- το χημικό υλικό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free