Meaning of εμφάνιση | Babel Free
/eɱˈfa.ni.si/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν
- η μορφή, το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, το πώς φαίνεται στους άλλους
- Φοράει ό,τι ρούχα νάναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την εμφάνισή της.
- η διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ
-
η διαδικασία μετατροπής φωτογραφικού φιλμ ή άλλου φωτοευαίσθητου υλικού σε μορφή αρνητικο especially
-
το πρώτο στάδιο της εμφάνισης, πριν τη στερέωση especially
- το χημικό υλικό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Έδωσα το φιλμ για εμφάνιση.”
“Αγόρασα τρία μπουκάλια εμφάνιση και ένα στερέωση.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.