Meaning of πλήρη | Babel Free
/ˈpli.ɾi/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του πλήρης
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλήρης
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.