πλήρους
Ορισμοί
γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πλήρης
Παραδείγματα
“Εργάζεται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.”
He works under a full-time employment status.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free