Meaning of ψάρι | Babel Free
/ˈpsa.ɾi/Ορισμοί
- το υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, που συνήθως αναπνέει με βράγχια, καλύπτεται από λέπια και είναι ωοτόκο
- οικισμός της Ελλάδας, στην Ηλεία
-
ο εύπιστος, ο αφελής άνθρωπος figuratively
-
ο νεοσύλλεκτος φαντάρος, και γενικότερα, κατ’ επέκταση, ο πρωτάρης σε μια δουλειά slang
Ισοδύναμα
English
fish
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.