HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγορά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/aɣoˈra/

Ορισμοί

  1. ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. χώρος ανταλλαγής ιδεών και αγοράς προϊόντων
  4. το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
  5. κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
  6. το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
  7. η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
  8. η συγκέντρωση
    formal, rare

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Η αρχαία αγορά στην Αθήνα είναι κάτω από την Ακρόπολη.”

The ancient agora in Athens is just under the Acropolis.

“Πάω στην αγορά να ψωνίσω.”

I am going to the market to shop.

“αγορά τοις μετρητοίς”

cash purchase

“αγορά με δόσεις”

installment buying

“Οι αγορές κατέρρευσαν στο κραχ.”

The markets collapsed during the crash.

“ελεύθερη αγορά”

free market

“αγορά εργασίας”

labour market

“ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης”
“η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις”
“αγορά θεών”
“※ […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγορά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course