Σημασία του αγορά | Babel Free
aɣoˈraΟρισμοί
- ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
- γυναικείο επώνυμο
- χώρος ανταλλαγής ιδεών και αγοράς προϊόντων
- το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
- κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
- το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
- η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
-
η συγκέντρωση formal, rare
Ισοδύναμα
Català
centre
Dansk
varehus
Deutsch
Agora
City
Emporion
Emporium
Handelsplatz
in der Innenstadt
in die Innenstadt
Innenstadt
Stadtmitte
Stadtzentrum
Zentrum
Gaeilge
ollmhargadh
Galego
centro
Magyar
belváros
Bahasa Indonesia
agora
ქართული
ქალაქის ცენტრი
ខ្មែរ
ទីប្រជុំជន
Română
cumpărare
Русский
агора
делова́я часть го́рода
покупка
рынок
сити
универмаг
универсальный магазин
форум
центр
центр го́рода
Українська
середмістя
Tiếng Việt
nội thành
Παραδείγματα
“Η αρχαία αγορά στην Αθήνα είναι κάτω από την Ακρόπολη.”
The ancient agora in Athens is just under the Acropolis.
“Πάω στην αγορά να ψωνίσω.”
I am going to the market to shop.
“αγορά τοις μετρητοίς”
cash purchase
“αγορά με δόσεις”
installment buying
“Οι αγορές κατέρρευσαν στο κραχ.”
The markets collapsed during the crash.
“ελεύθερη αγορά”
free market
“αγορά εργασίας”
labour market
“ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης”
“η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις”
“αγορά θεών”
“※ […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free