Meaning of κέντρο | Babel Free
/ˈcen.dɾo/Ορισμοί
- το σημείο από το οποίο ισαπέχουν όλα τα σημεία της περιφέρειας ενός κύκλου ή της επιφάνειας μιας σφαίρας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η περιοχή ενός σώματος που απέχει εξίσου από τα άκρα του, το μέσον
- η περιοχή μιας πόλης, συνήθως γύρω από μια πλατεία, που συγκεντρώνει τα σημαντικότερα κτήρια από πολιτική, διοικητική, εμπορική άποψη, τις σπουδαιότερες δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής
- σημείο μεγάλης σπουδαιότητας για έναν τομέα
- οργανισμός ή ίδρυμα
- Κέντρο Υγείας: μονάδα πρωτοβάθμιας περίθαλψης
- Εργατικό Κέντρο: συνδικαλιστικό όργανο που συγκεντρώνει τα εργατικά σωματεία μιας πόλης
- κτίριο που συγκεντρώνει πολλές ομοειδείς δραστηριότητες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κέντρο της πόλης (town centre)”
“κέντρο υγείας (health centre)”
“κέντρο νεότητας (youth club)”
“το κέντρο της πνευματικής ζωής (the focus of intellectual life)”
“το κέντρο της πνευματικής ζωής”
“Χτίστηκε ένα νέο εμπορικό κέντρο.”
“Η εκδήλωση θα γίνει στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.