εστία
Ορισμοί
-
τζάκι formal
- θεά της εστίας, της οικιακής ζωής και της οικογένειας
-
οικία οικογένειας broadly
- ένας αστεροειδής
-
πατρίδα ή τόπος καταγωγής ή κατοικίας broadly
- αρχαίο γυναικείο όνομα θεάς
- κτήριο που στεγάζει ομάδες ανθρώπων (π.χ. φοιτητές) ή σχετικό ίδρυμα
- το σημείο ή ο τόπος όπου εμφανίζεται συγκεντρωμένο ένα γεγονός ή μια δραστηριότητα, που μπορεί να εξαπλωθεί και ευρύτερα
- το τμήμα μιας ηλεκτρικής ή άλλης συσκευής το οποίο θερμαίνεται, συμβάλλοντας στο μαγείρεμα ή άλλη σχετική διαδικασία
- το σημείο όπου εστιάζονται ακτίνες φωτός
-
το κέντρο μιας δραστηριότητας figuratively
- το μέρος ενός γηπέδου όπου βρίσκεται η κατασκευή με δοκάρια και δίχτυα και που, όταν περάσει η μπάλα στο εσωτερικό της σημειώνεται γκολ
Ισοδύναμα
33 more languages
Dansklegeplads
Deutsch(cooktop) Herdplatte(hotplate) KochfeldBrutplatzBrutstätteCenterFräserFräskopfHerdHerdplatteKochfeldKochplatteLaichplatzMitteMittelfeldspielerNährbodenRuhezustandSchlafsaalStadtVestaWohnheimzentrierenZentrum
Esperantovesto
Gaeilgeveiste
Հայերենեփող մակերես
ქართულიჰესტია
LietuviųHestija
LatviešuHestija
PolskiakademikblachacentrowaćcentrowycentrumHestiainternatkuchenkakuchnialegowiskoośrodekśrodekśrodkowaćtarliskoWestawylęgarnia
Русскийва́рочная пане́льВестагвоздьГестиякочеврыгакочерыгалежбищеочагпитомникрасса́дникхорёкцентрчервя́чная фреза́ядро
Slovenčinaliahnisko
УкраїнськаВеста
中文宿舍
繁體中文宿舍
Παραδείγματα
“Στη γεωμετρία, την παραβολή έχει εστία, όπως έλλειψη ή υπερβολή.”
In geometry, the parabola has a focus point, like an ellipse or a hyperbola.
“※ Αυτή τη στιγμή, η Φοιτητική Εστία του Πολυτεχνείου μπορεί να στεγάσει 78 φοιτητές, δηλαδή μόλις το 2% του συνόλου ων φοιτητών και επομένως πολύ λιγότερους απ' όσους έχουν ανάγκη. Σήμερα, οι αιτήσεις έχουν τριπλασιαστεί και το Πολυτεχνείο αδυνατεί να στηρίξει τους φοιτητές του οικονομικά, έχοντας χάσει το 55% της δημόσιας χρηματοδότησής του. (εφημερδία Ελευθεροτυπία, 4/12/2013)”
“※ Είναι δύσκολο όμως να συναντήσει κανείς διακοσμητή που θα σχεδιάσει μια κουζίνα χωρίς τις εστίες και τον φούρνο για την παρασκευή των γευμάτων, χωρίς ηλεκτρικό ψυγείο, χωρίς ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους κ.ά. (εφημερίδα Το Βήμα, 19/7/1998)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free