HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επίκεντρο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
eˈpi.cen.dɾo

Ορισμοί

  1. κάτι που βρίσκεται στο κέντρο
  2. το σημείο της γήινης επιφάνειας που βρίσκεται ακριβώς από πάνω (σε κατακόρυφη διάταξη από το υπόκεντρο της σεισμικής εστίας)
  3. το κεντρικό, το βασικό σημείο μιας δραστηριότητας, ενέργειας, ενδιαφέροντος κ.λπ.
    figuratively

Ισοδύναμα

35 more languages

Παραδείγματα

“Ο σεισμός είχε επίκεντρο κοντά στην ακτή.”

The earthquake had its epicenter near the coast.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επίκεντρο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free