HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αιτία | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
eˈtia

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτιο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
  3. ο άνθρωπος που προκαλεί ένα αποτέλεσμα
  4. το αίτιο γενικά
  5. αφορμή
  6. πτώσεις που δηλώνουν αιτία σε ορισμένες φράσεις (π.χ. γενική της αιτίας)
  7. κουσούρι, πρόβλημα υγείας
  8. με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας
    dated

Ισοδύναμα

English cause purpose reason

Παραδείγματα

“χωρίς αιτία”

for no reason

“γενική της αιτίας”

genitive of cause

“Εσύ' σαι η αιτία που υποφέρω”
“Μη μου φορτώνεις την αιτία, εσύ ξεκίνησες τον καβγά”
“Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και γυρεύεις αιτία να τακωθούμε”
“Μη δίνεις αιτίες να μας σχολιάζουν”
“όταν πουλάς το ζώο να λες και τις αιτίες του”
“Εχει την αιτία του που το έκανε ο άνθρωπος (σοβαρό λόγο, κάποιο ντέρτι ή κάποια αρρώστια)”
“Εις αιτίαν εντέρου”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αιτία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free