Σημασία του αιτία | Babel Free
eˈtiaΟρισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτιο accusative, nominative, plural, vocative
- το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
- ο άνθρωπος που προκαλεί ένα αποτέλεσμα
- το αίτιο γενικά
- αφορμή
- πτώσεις που δηλώνουν αιτία σε ορισμένες φράσεις (π.χ. γενική της αιτίας)
- κουσούρι, πρόβλημα υγείας
-
με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας dated
Παραδείγματα
“χωρίς αιτία”
for no reason
“γενική της αιτίας”
genitive of cause
“Εσύ' σαι η αιτία που υποφέρω”
“Μη μου φορτώνεις την αιτία, εσύ ξεκίνησες τον καβγά”
“Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και γυρεύεις αιτία να τακωθούμε”
“Μη δίνεις αιτίες να μας σχολιάζουν”
“όταν πουλάς το ζώο να λες και τις αιτίες του”
“Εχει την αιτία του που το έκανε ο άνθρωπος (σοβαρό λόγο, κάποιο ντέρτι ή κάποια αρρώστια)”
“Εις αιτίαν εντέρου”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free