HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπουκάλι | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/buˈka.li/

Ορισμοί

  1. δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
  2. το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου
    figuratively

Ισοδύναμα

English bottle

Παραδείγματα

“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι κρασί”

a glass and a bottle of wine

“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι του κρασιού”

a glass and a wine bottle

“Πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”

How many bottles of beer did you^([V-form]) drink yesterday?

“αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες”
“πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπουκάλι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course