Meaning of μπουκάλι | Babel Free
/buˈka.li/Ορισμοί
- δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
-
το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου figuratively
Ισοδύναμα
English
bottle
Παραδείγματα
“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι κρασί”
a glass and a bottle of wine
“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι του κρασιού”
a glass and a wine bottle
“Πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”
How many bottles of beer did you^([V-form]) drink yesterday?
“αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες”
“πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.