HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπουκάλι

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
buˈka.li

Ορισμοί

  1. δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
  2. το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου
    figuratively

Ισοδύναμα

Englishbottle
Españolbotella
Françaisbouteille
33 more languages
Afrikaansbottel
Българскибути́лка
Catalàbotella
Češtinaláhev
Danskflaske
Esperantobotelo
Eestipudel
Euskarabotila
فارسیبطری
Suomipullo
עבריתבקבוק
हिन्दीशीशी
Hrvatskiboca
Bahasa Indonesiabotol
Italianobottiglia
Lietuviųbutelis
Latviešupudele
Bahasa Melayubotol
Nederlandsfles
Polskibutelka
Portuguêsbotelha
Românăsticlă
Русскийбутылка
Kiswahilichupa
Tagalogbote
Türkçeşişe
Tiếng Việtchaichải
中文瓶子
繁體中文瓶子

Παραδείγματα

“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι κρασί”

a glass and a bottle of wine

“ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι του κρασιού”

a glass and a wine bottle

“Πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”

How many bottles of beer did you^([V-form]) drink yesterday?

“αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
“πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπουκάλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free