HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επιστήμη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
e.piˈsti.mi

Ορισμοί

  1. σύνολο ειδικών γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης μετά από έρευνα με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη
  2. γυναικείο όνομα

Ισοδύναμα

Englishscience
Españolciencia
Françaisscience
31 more languages
Българскинаука
Catalàciència
Ελληνικά-ισμός
Esperantoscienco
Eestiteadus
Suomitiede
Galegociencia
עבריתמדע
हिन्दीविज्ञान
Íslenskavísindi
Kurdîzanist
Lietuviųmokslas
Nederlandswetenschap
Polskinauka
Portuguêsciência
Românăștiință
Русскийнаука
Slovenčinaveda
Slovenščinaznanost
Svenskavetenskap
Türkçebilim
Українськанаука
繁體中文中醫科學

Παραδείγματα

“φυσικές επιστήμες”

natural sciences

“η επιστήμη της χημείας, της φυσικής”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επιστήμη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free