Meaning of επιστήμη | Babel Free
/e.piˈsti.mi/Ορισμοί
- σύνολο ειδικών γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης μετά από έρευνα με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη
- γυναικείο όνομα
Ισοδύναμα
English
science
Παραδείγματα
“φυσικές επιστήμες”
natural sciences
“η επιστήμη της χημείας, της φυσικής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.