HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ντροπή | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/dɾoˈpi/

Ορισμοί

  1. το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι
  2. η πράξη ή το πρόσωπο που επισύρει αυτό το αρνητικό συναίσθημα, το όνειδος
  3. ο εξευτελισμός μετά από κάποια ήττα/αποτυχία, το όνειδος
  4. η συστολή που νιώθουν κάποιοι λόγω χαρακτήρα ή σε συγκεκριμένες περιστάσεις

Ισοδύναμα

English for shame shame

Παραδείγματα

“Όταν πήγε να δώσει ομιλία, κοκκίνισε από ντροπή.”

When she went to give a speech, she blushed from shyness.

“Ο κατηγορούμενος χαμήλωσε το βλέμμα από ντροπή.”

The accused lowered his gaze out of shame.

“Δεν έχει ίχνος ντροπής πάνω του γι’ αυτό που έκανε.”

There's not an ounce of shame on him for what he did.

“Είναι ντροπή να κοροϊδεύεις τους ανάπηρους.”

It is shameful to mock the disabled.

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ντροπή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course