Meaning of ντροπή | Babel Free
/dɾoˈpi/Ορισμοί
- το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι
- η πράξη ή το πρόσωπο που επισύρει αυτό το αρνητικό συναίσθημα, το όνειδος
- ο εξευτελισμός μετά από κάποια ήττα/αποτυχία, το όνειδος
- η συστολή που νιώθουν κάποιοι λόγω χαρακτήρα ή σε συγκεκριμένες περιστάσεις
Παραδείγματα
“Όταν πήγε να δώσει ομιλία, κοκκίνισε από ντροπή.”
When she went to give a speech, she blushed from shyness.
“Ο κατηγορούμενος χαμήλωσε το βλέμμα από ντροπή.”
The accused lowered his gaze out of shame.
“Δεν έχει ίχνος ντροπής πάνω του γι’ αυτό που έκανε.”
There's not an ounce of shame on him for what he did.
“Είναι ντροπή να κοροϊδεύεις τους ανάπηρους.”
It is shameful to mock the disabled.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.