Meaning of ντροπαλότητα | Babel Free
Ορισμοί
Ο κοινωνικός δισταγμός κάποιου, που δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και ανοιχτός με τους υπόλοιπους γύρω του, ενώ όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους έχει την τάση να αισθάνεται άσχημα.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Δεν έχει πολλούς φίλους λόγω ντροπαλότητας.”
He doesn't have many friends due to shyness.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.