Meaning of πορτοφόλι | Babel Free
/poɾ.toˈfo.li/Ορισμοί
μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων
Παραδείγματα
“※ — Δικό σας εἶνε μοῦ φαίνεται, αὐτό; / — Ἆ! τὸ πορτοφόλι μου! ἀνέκραξεν ὁ Κύριος ἁπλώνων μὲ ὁρμὴν τὸ χέρι πρὸς αὐτό. / — Σᾶς εἶχε πέσει κάτω ς’ τὴ σάλα, προσθέτω, καὶ ἀπομακρύνομαι ἀξιοπρεπῶς (Κωστής Παλαμάς, Το δίδραχμον, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)”
“※ Πλὴν μόλις ἐκ τοῦ Πειραιῶς εἰς τὰς Ἀθήνας φθάνει, / κι' εὐθὺς τὸ πορτοφόλι του μὲ χίλια φράγκα χάνει. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Κωνσταμπουνάς, 1884)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.