Σημασία του ειδικός | Babel Free
i.ðiˈkosΟρισμοί
- που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
- που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος
- ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ
Ισοδύναμα
Bosanski
specifičan
stručan
veštački
veštački
vještački
vještački
вештачки
вештачки
вјештачки
вјештачки
специфичан
стручан
Deutsch
eigentümlich
expert
Facharzt
Fachärztin
fachärztlich
Fachfrau
fachgerecht
Fachkraft
fachkundig
Fachmann
fachmännisch
Fachperson
gutachterlich
gutachtlich
kennerisch
konkret
sachkundig
sachverständig
sonder-
Spezialist
Spezialistin
speziell
spezifisch
עברית
מסוים
Italiano
competente
competente
competente
esperto
esperto
specialista
specialista
specialistico
specialità
한국어
특정하다
Polski
administratywista
fachowiec
fachowy
konkretny
określony
specjalista
specjalistyczny
specyficzny
Српски
specifičan
stručan
veštački
veštački
vještački
vještački
вештачки
вештачки
вјештачки
вјештачки
специфичан
стручан
Tiếng Việt
cao cường
cao tay ấn
chi tiết
cụ thể
kĩ xảo
lão luyện
rành mạch
riêng
thành thạo
tinh thông
高強
Παραδείγματα
“η συγκεκριμένη ασθένεια έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την αντιμετώπισή της με ειδικά φάρμακα”
“ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα”
“και ως ουσιαστικό”
“ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους”
“ειδικό απαρέμφατο: το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής που μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με ειδική πρόταση”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free