HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ειδικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B1 Frequent
i.ðiˈkos

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
  2. που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος
  3. ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ

Ισοδύναμα

24 more languages
עבריתמסוים
Bahasa Indonesiaahlispesifik
한국어특정하다

Παραδείγματα

“η συγκεκριμένη ασθένεια έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την αντιμετώπισή της με ειδικά φάρμακα”
“ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα”
και ως ουσιαστικό”
“ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους”
“ειδικό απαρέμφατο: το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής που μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με ειδική πρόταση”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ειδικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free