HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ειδικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1 Frequent
/i.ðiˈkos/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
  2. που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος
  3. ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ

Παραδείγματα

“η συγκεκριμένη ασθένεια έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την αντιμετώπισή της με ειδικά φάρμακα”
“ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα”
“και ως ουσιαστικό”
“ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους”
“ειδικό απαρέμφατο: το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής που μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με ειδική πρόταση”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ειδικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course