HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πόνος | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1 Frequent
ˈpo.nos

Ορισμοί

  1. δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που προέρχεται από άλλα συναισθήματα
  4. μόχθος, κόπος
    idiomatic, rare

Ισοδύναμα

Afrikaans pyn
Català dolor mal mal mal
Čeština bolení bolest bolest
Dansk smerte smerte
Deutsch schmerz Schmerz Weh weh weh weh Wundsein
Esperanto doloro
Español dolor
Français douleur peine
Gàidhlig pian pian
Íslenska verkur
Kurdî azar es êş ezab ezyet
Latina exulceratio
Bahasa Melayu sakit sakit
Nederlands pijn pijn wee wee wee zeer zeer zeer
Polski ból
Português aflição dor
Română durere
Shqip dhembje
ไทย เวทนา
Tagalog sakit
Türkçe acı acı acı ağrı azap
Українська біль

Παραδείγματα

“Ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος.”
“Τον κοίταξε με πόνο.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πόνος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free