Meaning of πόνος | Babel Free
/ˈpo.nos/Ορισμοί
- δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
- ανδρικό επώνυμο
- δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που προέρχεται από άλλα συναισθήματα
-
μόχθος, κόπος idiomatic, rare
Παραδείγματα
“Ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος.”
“Τον κοίταξε με πόνο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.