HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

στολή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
stoˈli

Ορισμοί

  1. το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

Españollibrea
21 more languages
Bosanskilivreja
Catalàlliurea
Češtinalivrej
Ελληνικάλιβρέα
Esperantolivreo
Gaeilgeéide
Hrvatskilivreja
MagyarLibéria
Kurdîunîform
Македонскиливреја
Portuguêsfardagemlibré
Românălivrea
Slovenčinalivrej
Српскиlivreja
Türkçeüniforma

Παραδείγματα

“αποκριάτικη στολή”

carnival costume

“στολή αγγαρείας”

military fatigues

“αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στολή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free