HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του στολή | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
stoˈli

Ορισμοί

  1. το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

Bosanski livreja
Català lliurea
Čeština livrej
Deutsch Anstrich Livree
Ελληνικά λιβρέα
Esperanto livreo
Español librea
Français livrée uniforme uniforme uniforme
Gaeilge éide
Hrvatski livreja
Magyar Libéria
Italiano divisa divisa divisa foggia livrea
Kurdî unîform
Македонски ливреја
Português fardagem libré
Română livrea
Русский ливрея наряд
Slovenčina livrej
Српски livreja
Türkçe üniforma

Παραδείγματα

“αποκριάτικη στολή”

carnival costume

“στολή αγγαρείας”

military fatigues

“αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στολή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free