Meaning of στολή | Babel Free
/stoˈli/Ορισμοί
- το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“αποκριάτικη στολή”
carnival costume
“στολή αγγαρείας”
military fatigues
“αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.